Το Σχήμα του Νερού – Αντρέα Καμιλλέρι

Πόσο εύκολο είναι να γραφτεί ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που δε φοβάται να αντλήσει υλικό από τα χρόνια αποστήματα μιας κοινωνίας και την ίδια στιγμή επιδιώκει να αφήσει μια γλυκιά επίγευση στους αναγνώστες μαζί με την αίσθηση μιας σύντομης, μα αναγκαίας λιακάδας; Ο Καμιλλέρι απαντά στην ερώτηση γράφοντας το Σχήμα του Νερού,  όπου συστήνει στον κόσμο τον επιθεωρητή Σάλβο Μονταλμπάνο και τη φανταστική πόλη της Βιγκάτα στη Σικελία.

Ο Μονταλμπάνο καλείται να ερευνήσει τη δολοφονία ενός πολιτικού μηχανικού και τοπικού παράγοντα, του οποίου το πτώμα βρέθηκε στη Στάνη, μια κακόφημη περιοχή που αποτελεί το κέντρο δραστηριότητας ιερόδουλων, εμπόρων ναρκωτικών, μαφιόζων και διαφόρων παικτών στις παρασκηνιακές, έκνομες συναλλαγές της πόλης.

Το παράδοξο έγκειται στο ότι ο νεκρός Λουπαρέλλο πέθανε από φυσικά αίτια, καθώς όμως τέτοιοι θανατοι σπανίζουν μεταξύ των επιφανών Σικελών, ο επιθεωρητής αναλαμβάνει να ξεμπερδέψει το βρώμικο νήμα της υπόθεσης. Στην προσπάθειά του να εξιχνιάσει το έγκλημα που υποψιάζεται ότι έχει τελεστεί, θα συνδιαλλαγεί με ισχυρά πρόσωπα της Βιγκάτα, θα υποστεί πιέσεις από τη νομαρχία, το αστυνομικό σώμα, την εκκλησία, την οικογένεια του θανόντος, ακόμα και από τη σύντροφό του, σε μια σειρά απανωτών τηλεφωνημάτων που ο Καμιλλέρι έξυπνα επιλέγει να παραθέσει συνεχόμενα, το ένα μετά το άλλο, σε ένα στεγνό, μινιμαλιστικό μοντάζ.

Τα μακριά χέρια της μαφίας δεν γνωρίζουν απρόσιτες περιοχές, ενώ φορείς και κοινωνία, αν δεν διαπλέκονται ήδη μαζί της, εξοικειώνονται όλο και περισσότερο με τις πρακτικές της, τηρώντας τη σιγή που θα επιτρέψει στους ανθρώπους να διατηρήσουν τη δουλειά τους και κυρίως, τη ζωή τους. Στο σύντομο Σχήμα του Νερού ο Καμιλέρι προφταίνει να υπονοήσει, μέσα από την επίδραση του οργανωμένου εγκλήματος στη Σικελία,  τις διαφορές του ιταλικού βορρά από τον άγριο νότο, διαφορές που τέμνουν όλο το φάσμα των πολιτισμικών εκφάνσεων, που συνίστανται σε γλωσσικά σημεία, κοινωνικές αντιλήψεις, γαστρονομικές συνήθειες, στάσεις απέναντι στη ζωή.

[…] κάμποσοι γόνοι του Πιεμόντε, αμούστακα τέκνα του Φρίουλι που μέχρι χτες δεν έκαναν άλλο απ’ το ν’ ανασαίνουν τον τσουχτερό και λαγαρό αέρα των βουνών τους, κατέφθασαν στη Σικελία και βρέθηκαν εξαπίνης να αγκομαχούν και να ιδροκοπάνε μες τα προσωρινά τους καταλύματα σε μια χώρα που απλωνόταν σε υψόμετρο μετά βίας ενός μέτρου πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, εν μέσω ανθρώπων που συνεννοούνταν σε μια διάλεκτο ακατανόητη, φτιαγμένη πιότερο από σιωπές παρά από λόγια, από ανεξήγητα σαλέματα των φρυδιών, από αδιόρατα σουφρώματα των ρυτίδων.  

Ο Καμιλλέρι εντελώς ανεπιτήδευτα κατασκευάζει ιστορίες τρεχούμενες και χορταστικές παρά την οικονομία τους και ανάλαφρες, παρά την πνιγηρή ατμόσφαιρα με την οποία η μαφία σκεπάζει τη Σικελία. Ο ήρωάς του μάς δείχνει έναν τρόπο να υπάρχεις μέσα στα πράγματα χωρίς να εξοντώνεσαι απ’ αυτά, ενώ καθώς στοχάζεται τον εαυτό του, θυμίζει τον Φαμπιό Μοντάλ του Ζαν-Κλοντ Ιζζό (με τον οποίο μοιράζεται και το κοινό homage που απέτισε ο δημιουργός του στον Ισπανό Manuel Vázquez Montalbán) και τον επιθεωρητή Μαιγκρέ του Ζωρζ Σιμενόν.

Για να αποτρέψει τα περιπλανώμενα στίφη των λιγότερο ή περισσότερο απόρων, των Σενεγαλέζων, Τυνήσιων και Λίβυων, απ’ το να φωλιάσουν στη συγκεκριμένη φάμπρικα, ένα τείχος σηκώθηκε ολόγυρα, πίσω απ’ το οποίο ορθώνονταν ακόμα τα διαβρωμένα απ’ τον καιρό, την αδιαφορία και την αρμύρα κτίσματα, φέρνοντας ολοένα και περισσότερο στην αρχιτεκτονική ενός Γκάουντι στο έλεος των παραισθησιογόνων.

Σε αντίθεση με πολλούς από τους βιρτουόζους συγγραφείς του εγκλήματος στον Βορρά, ο Ιταλός Καμιλλέρι μετράει τις λέξεις του, διαλέγοντας προσεκτικά εκείνες που ενσταλάζουν πιο πηχτά το νόημα και φωτογραφίζουν διαυγέστερα το τοπίο, προτού η ανάγνωση διακοπεί από τη μεσημεριανή σιέστα ή τη δροσερή βουτιά. Ο Καμιλλέρι συμβαδίζει με τον ρυθμό της Μεσογείου, γι’ αυτό και δεν αναζητούμε η υπόθεση να εκταθεί περαιτέρω—μας αρκεί ως έχει.

Τι ωραία που κάποιος, σε αυτή την υπέροχη επαρχία μας, παίρνει την πρωτοβουλία να πεθάνει από φυσικά αίτια, δίνοντας το καλό παράδειγμα. Δε βρίσκετε; Ακόμα δυο τρεις θάνατοι σαν κι αυτόν και θα ξαναμπούμε στο σωστό δρόμο, όπως όλη η υπόλοιπη Ιταλία.

Ακόμα κι όταν περιγράφει το πιο αρχετυπικό σκηνικό διαφθοράς, φόβου και παρακμής, ο Καμιλλέρι διατηρεί ένα άφταστο χιούμορ που διαλύει το σκοτάδι σαν λεπίδα και ευφραίνει κατευναστικά την ψυχή. Ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο ανήκει στους τύπους εκείνους, που η πρώτη επαφή μαζί τους, προμηνύει  και υποβάλλει αναπόφευκτα και τις επόμενες.

Το Σχήμα του Νερού κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη σε πολύ καλή μετάφραση της Ρόζας – Μαρίας Τραϊκόγλου.

Περισσότερα reviews σχετικά με αστυνομική λογοτεχνία εδώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.