Διαβάζοντας το Μια βραδιά με την Κλαιρ του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ

Η μεγάλη Ρωσική Επανάσταση του 1917 ξέβρασε μια πλειάδα διανοούμενων στις μητροπόλεις της δύσης, αφήνοντάς τους για δεκαετίες έξω από την επικράτεια της αναγνώρισης και της δημοφιλίας που σταθερά κατείχαν οι κλασικοί μετρ του 19ου αιώνα. Ανάμεσα λοιπόν στη αεικίνητη ρωσική εμιγκράτσια που εγκαταστάθηκε στην πόλη του φωτός, βρίσκουμε και τον Γκαϊτό Γκαζντάνοφ, του οποίου τα έργα άρχισαν να τραβούν την προσοχή κοινού και κριτικών από το 2010 και μετά, οπότε και επαναδημοσιεύθηκαν σε αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Έχοντας διαβάσει το Φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ το 2015 με την πρώτη δημοσίευσή του στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες, περίμενα και το αρκετά αυτοβιογραφικό Μια βραδιά με την Κλαιρ με ανυπομονησία.

Και τη ζωή μου έβαλα υποθήκη
συνάντησης αληθινής μαζί σου

Αλεξάντρ Πούσκιν, Ευγένιος Ονέγκιν

Το βιβλίο επιγράφεται με τους στίχους του Αλεξάντρ Πούσκιν από τον Ευγένιο Ονέγκιν, προοικονομώντας τέλεια τη μεγάλη διαδρομή που χρειάστηκε μέχρι να ανταμώσουν τα πρόσωπα της ιστορίας μας. Ο αφηγητής Κόλια επισκέπτεται την άρρωστη Κλαιρ στο σπίτι της στο Παρίσι, όπου περνάει κοντά της βράδια ολόκληρα (αφού ο σύζυγός της απουσιάζει), συζητά μαζί της, παρατηρεί το μελαγχολικό της βλέμμα και υπομένει τα πικρά της σχόλια. Σε μια τέτοια βραδιά με την Κλαιρ, με τα δέκα χρόνια που τους χώρισαν να μπαίνουν πια ήσυχα στην άκρη, μ’ εκείνη να κοιμάται τόσο κοντά και τόσο μακριά, ο Κόλια πιάνει το νήμα απ’ την αρχή, επιστρέφοντας στα παιδικά και μαθητικά του χρόνια, εκδιπλώνοντας τις φάσεις της ζωής του από αγόρι σε έφηβο, κι έπειτα από στρατιώτη σε άντρα.

Μα σε κάθε έρωτα υπάρχει θλίψη —θυμόμουν— η θλίψη της εκπλήρωσης και της έλευσης του θανάτου του έρωτα, αν είναι ευτυχής, και η θλίψη του αδύνατου και της απώλειας αυτού που ποτέ δεν μας ανήκε, αν ο έρωτας παραμένει ανέφικτος. Κι όπως θλιβόμουν για τα πλούτη που δεν είχα, έτσι και παλιότερα λυπόμουν για την Κλαιρ, που ανήκε σε άλλους·

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μέθοδος με την οποία ξεκινάει η εξιστόρηση. Ο Κόλια αυτοψυχογραφείται, περιγράφοντας μια ιδιότυπη ψυχική κατάσταση που τον βασανίζει, την ύπαρξη της οποίας μοιάζει να γνώριζε από πάντα, αλλά διαφύλασσε καλά από όλους τους ανθρώπους γύρω του. Αυτή συνίστατο στην αδυναμία του να διαχωρίσει τη λειτουργία της φαντασίας του από τα πραγματικά συναισθήματα που βίωνε στον εξωτερικό κόσμο. Ο νους του αντιστεκόταν σθεναρά στην αφομοίωση αφηρημένων εννοιών και ανάποδα, ο Κόλια ένιωθε τα περιγράμματα των αντικειμένων να γλιστράνε, αφήνοντάς τον μέσα σε μια θάλασσα από θολές γραμμές και συγκεχυμένες παραστάσεις. Ο Κόλια μεταβολίζει τα συμβάντα αργά και νωχελικά, αφού ο αρχικός κρότος τους αντηχεί στις πάμπολλες κοιλότητες του μυαλού του χάνοντας την πρωταρχική του ένταση. Η ουσία της ρετροσπεκτίβας στο Μια βραδιά με την Κλαιρ εδράζεται στην αναδιάταξη των αναμνήσεων και των εντυπώσεων του αφηγητή, υπό το βάρος του ψυχικού ολέθρου που εκφράζεται ως γενικευμένη αδυναμία να αντιληφθεί το βαθύτερο νόημα των πραγμάτων.

Εκείνο το βράδυ μου φαινόταν πιο καθαρά από ποτέ ότι με καμιά δύναμη δεν μπορώ ξαφνικά να συλλάβω και να νιώσω την ατελείωτη αλληλουχία σκέψεων, αισθήσεων και βιωμάτων που αναδύονταν όλα μαζί στη μνήμη μου σαν μια σειρά σκιές που καθρεφτίζονται στον θαμπό και ρευστό καθρέφτη της μεταγενέστερης φαντασίας. Τα πιο ωραία, τα πιο δυνατά αισθήματα που βίωσα ποτέ, τα χρωστάω στη μουσική· όμως η στιγμιαία και μαγική ύπαρξή της είναι μόνο κάτι προς το οποίο μάταια τείνω, και να ζήσω έτσι δεν μπορώ. […] Κάτι τέτοιες στιγμές η μνήμη μου με εγκαταλείπει. Ήταν εν γένει η πιο ασθενής ικανότητά μου, παρότι θυμόμουν απέξω ολόκληρες τυπωμένες σελίδες. Κάλυπτε τις αναμνήσεις μου με έναν διαφανή, γυάλινο ιστό και κατέστρεφε τη μαγική τους ακινησία· και η μνήμη των αισθημάτων ήταν ασύγκριτα πιο πλούσια απ’ ό,τι η μνήμη των σκέψεων. Ποτέ δεν μπόρεσα να φτάσω ώς το πρωταρχικό μου βίωμα, δεν ήξερα ποιο ήταν·

Αν η μνήμη είναι το ερμάριο όλων των πραγμάτων όπως έλεγε ο Κικέρων, τότε στο Μια βραδιά με την Κλαιρ η μνήμη δεν παρέχει κατοικία μόνο στα αισθητηριακά αποτυπώματα που αφήνει το πέρασμα της ζωής στον άνθρωπο, αλλά στεγάζει και την ίδια του την ύπαρξη, ή καλύτερα, τη δυνατότητα να επιστρέφει κανείς σε αυτή κατά βούληση. Η παρατεταμένη επίσκεψη στο μνημονικό απόθεμα του πρωταγωνιστή, από τα παιδικά χρόνια και τη Στρατιωτική Σχολή όπου μαθήτευσε μέχρι και τον πόλεμο, αποτελεί από μόνη της μια πράξη που τον διαχωρίζει από τα θηρία, της οποίας το νόημα πηγαίνει βαθύτερα απ’ όσο υποθέτουμε. Ο Κόλια, βασανισμένος από το υδαρές τοπίο που αποκρυσταλλώνεται μέσα του, βρίσκει στην ανάκληση των γεγονότων ένα κέντρο γύρω από το οποίο μπορεί να περιγράψει τη ζωή και τον εαυτό του.  

Πού και πού σκεφτόμουν με φρίκη πως ίσως, κάποτε, να έρθει μια στιγμή, που δεν θα έχω πια τη δυνατότητα να επιστρέψω στον εαυτό μου· τότε θα γίνω ζώο —και με τη σκέψη αυτή, στο νου μου ερχόταν πάντοτε το κεφάλι ενός σκύλου που τρώει αποφάγια από τα σκουπίδια.

Ό,τι όμως ο Κόλια διαγιγνώσκει για τον εαυτό του ως αντιληπτικό έλειμμα, ως ακούσια αποχή από την μετάληψη στα πράγματα των αφηρημένων εννοιών, το αναπληρώνει με την εκπληκτικά διεισδυτική ματιά του, που διαπερνά τις σάρκες και τις ψυχές των άλλων ανθρώπων. Ο αφηγητής μοιάζει να διαθέτει έναν εσωτερικό κόσμο πολύπλοκο σαν γεωλογική τομή, χάρη στον οποίο οι εντυπώσεις ξετρυπώνουν πιο πλήρεις και δουλεμένες, χυμένες σε εκατοντάδες καλούπια σμιλεμένα από τα χρόνια της εξαντλητικής παρατήρησης. Συμμαθητές και δάσκαλοι, συγγενείς και άντρες από τον στρατό ανασταίνονται σχεδόν ζωγραφικά, σαν ελαιογραφίες τσέπης, πολλές φορές μέσα από μικρές χειρονομίες ή νύξεις για την προσωπικότητά τους. Τα κομμάτια που ο Κόλια θυμάται τον πατέρα του, τη μητέρα του αλλά και άλλα κοντινά μέλη της οικογένειάς του και τις σχέσεις του μαζί τους, συμπληρώνουν άψογα το προφίλ του, δίνοντας έντονο ψυχαναλυτικό χαρακτήρα στο κείμενο.

Ο εσωτερικός μονόλογος του Κόλια δεν υποφέρει όμως από την απουσία εξωτερικών αναφορών ή συσχέτισης με τον ιστορικό χρόνο. Κάθε άλλο: Μπορεί να συναντηθεί με τις ιστορίες δεκάδων άλλων ανθρώπων που πολέμησαν στα ρωσικά εδάφη είτε για την έλευση του σοσιαλισμού είτε για την αποτροπή της. Η απόφασή του να πολεμήσει με τον Λευκό Στρατό, στην εμφύλια σύγκρουση που ξέσπασε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ακολουθώντας το οικείο μοτίβο που ήθελε τα γεγονότα να έχουν επουσιώδη επίδραση πάνω του, πάρθηκε συγκυριακά και τυχαία: Η περιοχή που βρισκόταν ο Κόλια εκείνη την εποχή τελούσε υπό τον έλεγχο του Λευκού και όχι του Κόκκινου Στρατού. Έτσι το καθήκον του προέκυψε ως επιταγή στον εσωτερικό νόμο του εμπλουτισμού των εμπειριών και της νιότης, της δοκιμής μιας κάποιας συγκίνησης και της αναμέτρησης με το άγνωστο, παρά ως αποκορύφωση μιας ιδεολογικής εμβάθυνσης στον μπολσεβικισμό.

Η αφήγηση ακολουθεί συχνά ελικοειδείς δρόμους καθώς το παρόν και μέλλον ευθυγραμμίζονται σε κατακόρυφους άξονες για να απομακρυνθούν αμέσως μετά. Παρά το μικρό του μέγεθος, όμως σε αντίθεση με το επίσης σύντομο Φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ, το Μια Βραδιά με την Κλαιρ διαβάζεται αργά, όπως αρμόζει σε οποιαδήποτε κάθοδο στα πυκνά και παγωμένα νερά μιας δεξαμενής αναμνήσεων, αλλά και επειδή η υπνωτιστική, ολότελα γοητευτική γραφή του χρειάζεται χρόνο για να ωριμάσει μέσα στον αναγνώστη.

«Ναι, αυτό είναι η Κλαιρ. Όμως τι είναι το «αυτό»;» σκέφτομαι πάλι ανήσυχος και βλέπω ότι είναι τα πάντα: και η νταντά, και ο κόκορας, και ο κύκνος, και ο Δον Κιχώτης, κι εγώ, και το γαλάζιο ποτάμι που κυλάει μέσα στο δωμάτιο, είναι όλα πράγματα που περιβάλλουν την Κλαιρ. Είναι ξαπλωμένη στον καναπέ, με πρόσωπο χλωμό, δόντια σφιγμένα, οι θηλές της προβάλλουν κάτω από το λευκό μπλουζάκι, τα πόδια με τις μαύρες κάλτσες πλέουν στον αέρα, σαν μέσα σε νερό, και οι λεπτές φλεβίτσες πίσω από τα γόνατα φουσκώνουν από το αίμα που κυλάει μέσα τους. Από κάτω της το καφέ βελούδο, από πάνω της το σκαλιστό ταβάνι, ολόγυρα εμείς με τον κύκνο, τον Δον Κιχώτη και τη Λήδα βασανιζόμαστε με τις μορφές που μας έχουν δοθεί για πάντα· γύρω μας υψώνονται τα σπίτια που περιβάλλουν το ξενοδοχείο της Κλαιρ, γύρω μας είναι η πόλη, έξω από την πόλη πεδιάδες και δάση, πέρα από τις πεδιάδες και τα δάση είναι η Ρωσία· πέρα από την Ρωσία, από πάνω, ψηλά στον ουρανό πετάει, ακίνητος, ο ανεστραμμένος ωκεανός, τα χειμερινά, αρκτικά νερά του διαστήματος. Και κάτω, στο σπίτι του γιατρού παίζουν πιάνο και οι νότες λικνίζονται σαν σε κούνια. «Κλαιρ, σας περιμένω», λέω μεγαλόφωνα. «Κλαιρ, σας περιμένω πάντα».

Ο Γκαζντάνοφ, με την αποστασιοποιημένη και νηφάλια αφήγηση του Κόλια, επιλέγει να τμήσει ανθρωπότυπους, όχι απλώς μεμονωμένα άτομα. Καθώς η ακρίβειά του φτάνει μέχρι το κόκαλο, διανοίγοντας την κατανόησή μας για την ανθρώπινη ψυχή στα μεγαλοπρεπή πλάτη της ρωσικής στέπας, οι άνθρωποι φωτίζονται ολοκάθαρα από την απαστράπτουσα πρόζα του. Όλα τα στοιχεία που στο Φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ λαμποκοπούν σαν σταλακτίτες μέσα στο χιόνι, κάνουν το ντεμπούτο τους σε αυτό το μυθιστόρημα. Ο Γκαϊτό Γκαζντάνοφ, του οποίου το έργο, έστω και καθυστερημένα ευτυχήσαμε να ανακαλύψουμε μέσα απ’ τις εξαίσιες μεταφράσεις της Ελένης Μπακοπούλου, διεκδικεί επάξια μια κορυφαία θέση ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς της ρωσικής λογοτεχνίας του αιώνα που μάς πέρασε.

Το Μια βραδιά με την Κλαιρ του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες σε μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου.

Τα λέμε σταθερά στο Goodreads, στη σελίδα του Oh That Book στο Facebook και στο Instagram.

Advertisements

4 Replies to “Διαβάζοντας το Μια βραδιά με την Κλαιρ του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.